Έγκλειστοι

Έγκλειστοι
stairsNCaptureΑπ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τα πεύκα καταπράσινα, και τον κισσό αντικρύζεις
Επίμονος ανέβηκε ίσαμε την παλιά στριφογυριστή σκάλα καλύπτοντας την
με τους δαιδάλους των κλωναριών του

Στο ατλάζι του ουρανού αέρινα σκορπίζονται τα σύννεφα
πουλιά σαίτες, στις κώχες των αντικρυνών παράθυρων γαντζώνοναι
Με το χαρούμενο τιτίβισμα τους η νέα μέρα αρχίζει
προβάλοντας ολόλαμπρη μ’ εξαίσια χρώματα ντυμένη.

Ολόλαμπρη η Φύση αλλά σκληρή
δεν νιώθει τον πόνο των ανθρώπων, των πραγμάτων
κι όμως πόσες ελπίδες δίνει
Μονάχα ο αγέρας που αναπνέεις σου δίνει τη ζωή
τα μάτια σαν κοιτούν τη θάλασσα κοιτούν τον κόσμο όλο

Και πάνω μας ψηλά ο Θεός – Υπέρτατος επόπτης
βλέπει ποιος κλαίει, ποιος πονά
μ’ αλίμονο δεν κάνει τίποτα
και το Γιατί δεν ξέρουμε πασχίζουμε να βρούμε
Ίσως η Μοίρα λέμε, πάνω απ’ το θέλημα του να ‘ναι

«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον» κατά την ρήσιν των προγόνων
κι έτσι μονάχα η στιγμή που ζούμε απομένει
τούτος ο καταπράσινος κισσός που με πείσμα αναρριχάται
όλα να τα σκεπάσει – μόνο τις θύμησες, τα όνειρα, τα περασμένα δεν μπορεί

Σαν κλείνεις το παράθυρο νοιώθεις φυλακισμένος
Οι τοίχοι, τ’ αντικείμενα σα να ‘σαι συ ο ίδιος
κι είναι παρόν το παρελθόν να σου θυμίζει
ποιος είσαι τι έχεις πράξει –
Του χθες η ελπίδα πια ξεμάκρυνε
σύννεφο μοιάζοντας θολό
πασχίζεις να το πιάσεις.

Και τότε σε κάμπους θα ‘θελες να τρέξεις
να κόψεις αγριολούλουδα
να ντύσεις τη γυμνή ψυχή σου
με τ’ άρωμα του γιασεμιού να ξαναγεννηθείς
να βαπτιστείς ξανά μέσα στις ηλιαχτίδες.

Advertisements