Έγκλειστοι

Έγκλειστοι
stairsNCaptureΑπ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο τα πεύκα καταπράσινα, και τον κισσό αντικρύζεις
Επίμονος ανέβηκε ίσαμε την παλιά στριφογυριστή σκάλα καλύπτοντας την
με τους δαιδάλους των κλωναριών του

Στο ατλάζι του ουρανού αέρινα σκορπίζονται τα σύννεφα
πουλιά σαίτες, στις κώχες των αντικρυνών παράθυρων γαντζώνοναι
Με το χαρούμενο τιτίβισμα τους η νέα μέρα αρχίζει
προβάλοντας ολόλαμπρη μ’ εξαίσια χρώματα ντυμένη.

Ολόλαμπρη η Φύση αλλά σκληρή
δεν νιώθει τον πόνο των ανθρώπων, των πραγμάτων
κι όμως πόσες ελπίδες δίνει
Μονάχα ο αγέρας που αναπνέεις σου δίνει τη ζωή
τα μάτια σαν κοιτούν τη θάλασσα κοιτούν τον κόσμο όλο

Και πάνω μας ψηλά ο Θεός – Υπέρτατος επόπτης
βλέπει ποιος κλαίει, ποιος πονά
μ’ αλίμονο δεν κάνει τίποτα
και το Γιατί δεν ξέρουμε πασχίζουμε να βρούμε
Ίσως η Μοίρα λέμε, πάνω απ’ το θέλημα του να ‘ναι

«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον» κατά την ρήσιν των προγόνων
κι έτσι μονάχα η στιγμή που ζούμε απομένει
τούτος ο καταπράσινος κισσός που με πείσμα αναρριχάται
όλα να τα σκεπάσει – μόνο τις θύμησες, τα όνειρα, τα περασμένα δεν μπορεί

Σαν κλείνεις το παράθυρο νοιώθεις φυλακισμένος
Οι τοίχοι, τ’ αντικείμενα σα να ‘σαι συ ο ίδιος
κι είναι παρόν το παρελθόν να σου θυμίζει
ποιος είσαι τι έχεις πράξει –
Του χθες η ελπίδα πια ξεμάκρυνε
σύννεφο μοιάζοντας θολό
πασχίζεις να το πιάσεις.

Και τότε σε κάμπους θα ‘θελες να τρέξεις
να κόψεις αγριολούλουδα
να ντύσεις τη γυμνή ψυχή σου
με τ’ άρωμα του γιασεμιού να ξαναγεννηθείς
να βαπτιστείς ξανά μέσα στις ηλιαχτίδες.

Advertisements

Αρχέγονη Ορμή

heavenangels
Jean – Honoré Fragonard – Ουράνια Πλάσματα

Ως πότε θα ‘ναι μυστική ετούτη η φωνή
Ανολοκλήρωτος ένωσης πόθος
με το Τέλειο!

Τα Θεία βαθύχροα νερά
πηγή που αναβλύζει κοχλάζοντας
με κύκλους επάλληλους το Μέλλον ταράσσει
Μεγάλα νούφαρα
Στις πορφυρές τους πτυχές χαραγμένες
όλες τις μνήμες του Άλλοτε φέρουν
Η γη αιώνια ανθοφορεί
μ’ όλα τα άνθη του Καλού σπαρμένη
Μηλιές λωτοί και κρίνα
των ρυακιών μουρμουρητό
το φύσημα του αέρα συντροφεύει.
Στη σμαραγδένια θάλασσα κοράλια
στην άμμο όστρακα κρύβουν μαργαριτάρια.

Βοσκοί και νύμφες των δασών
στου ποταμού την άκρη γιορτή αέναη, έχουν στήσει
πρίγκηπες στα παλάτια για το συμπόσιο κινούν
μέσ’ των δενδροστοιχιών τα βάθη
Σπάνιο βαθύχροο κρασί
σε λίγο μεσ’ τις κούπες θα κυλάει.

Πέτρινα Σχήματα

hupper_bovary
Isabelle Huppert – Emma Bovary

Το φεγγάρι ολόγιομο ξεπροβάλλει αργά αργά πάνω από το ρουφ-γκάρντεν του ξενοδοχείου. Μόνη πραγματικότητα τούτο το ολόλαμπρο φως που διαπερνά την αίσθηση των πάντων και του τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα είσαι ανοιχτός σε όλα. Τι σου αρέσει; Οι αντίκες, οι άσκοπες βόλτες, οι συζητήσεις για ταξίδια και εξωτικούς τόπους: Νέο Δελχί, Βομβάη, Τύνις, Μεξικό —o πολιτισμός των Ίνκας… Αεροπλάνα που απογειώνονται, αεροδρόμια γεμάτα ανθρώπους σε ένα μεταίχμιο: να φύγουν, να φθάσουν κάπου αλλού.

Κάποιος βούτηξε στην πισίνα. Οι αισθήσεις σου γεμάτες ήχους: ο θόρυβος που κάναν τα ποτήρια σας γεμάτα ρετσίνα, τότε, κοντά σε κάποια αρχαία ερείπια στο φεγγαρόφωτο. Ο ίσκιος αρχαίων μορφών διαχεόταν πάνω στη γη, στα σπασμένα μάρμαρα, στις κορφές των θάμνων. Ποτέ δεν θα ‘σασταν ευτυχισμένοι, τότε το διαισθανόσασταν, τώρα έχετε σχεδόν πεισθεί.

Κι όλοι αυτοί που φύγαν πια – γνωστοί και άγνωστοι, άσημοι και διάσημοι: ο Ρεμπώ, ο Ντιαγκίλεφ, o Νιζίνσκυ [παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τα αναμμένα κάρβουνα] —του Σεφέρη, ο Γουσταύος Φλωμπέρ με την Έμμα,  η Ισιδώρα Ντάνκαν, ο Φιτζέραλντ με τον Γκάτσμπυ, ο Σικελιανός και ο Καρυωτάκης, η Πολυδούρη, ο Καζαντζάκης και πόσοι ακόμα, γνωστοί και άγνωστοι, ανυπότακτοι και ξεχωριστοί ήταν μαζί σας να σας δείχνουν το δρόμο, που οδηγεί ο δρόμος.
εικόνα αρχική πηγή: reseau-canope.fr

Ξημερώνει

irontable
Γαλάζιο τραπέζι καφενείου

Έκοψες το γιασεμί, είδες τη κίνηση της μέρας
δειλά-δειλά να αρχινά
Όλη τη νύχτα συντροφιά σου
θύμησες πόθοι ελπίδες —λαμπρό ιστό υφαίνανε
να ντύσουν τη ψυχή σου.

Greek: Η παρούσα απεικονίζει την Πλατεία Ελευθ...
Image via Wikipedia

Κινείς ν’ αδράξεις ετούτη την υπόσχεση
για κάποια ευτυχία
Σε βρίσκει όμως ανήμπορο και πάλι το σκοτάδι
Ήδη όλα βουβάθηκαν, αναίτια παραμένουν.

Στον κήπο

docu0170
Νυχτερινό

Αργά αργά το σκοτάδι αρχίζει να πέφτει… Πέρα μακριά ένα καράβι διασχίζει τη μαβιά θάλασσα, αργά, μεγαλόπρεπα. Ψηλά στον ουρανό τα πρώτα άστρα τρεμοσβήνουν δείχνοντας το άπειρο.

Στη μαγευτική τούτη σιωπή πλανάται στον αέρα το μυστικό της μέρας που έφυγε μαζί με το μεθυστικό άρωμα της βιολέτας. Κλείνεις τα βλέφαρα, βαριά από το βάρος τόσων λογισμών. Μετέωρος, αιωρούμενος στο χρόνο. Παρόνπαρελθόνμέλλον χρόνοι ρευστοί, ανάκατοι. Δεν υπάρχεις, μόνο αυτή η παμφάγα μηχανή που όλα τ’ αλέθει στα απύθμενα βάθη της.

Σε Μαυρόασπρο Φόντο γύρω κοιτώντας, το πρόσωπο σου το ημίφως να σκεπάζει. Μέσα στην ασάφεια και τις ημιτελείς πράξεις, μάτια που όλο αποζητούν… Η ζάλη από τις τόσες εικόνες μέσα σου… η ησυχία – βαρύς μανδύας που όλα τα σκεπάζει ασφυκτικά. Και μοιάζει η ζωή σύμπλεγμα να ‘ναι πια γλυπτό, ήδη τελειωμένο.