Οι Κάλες

Κάλες & Μοσχομπίζελα

callaLilliesCapture
Calla Lilies – Κάλες

Σαν έμπαινε ο Απρίλιος η φύση φόραγε τα γιορτινά της. Όλα χαμογελούσαν σαν άνοιγες το παράθυρο κι έμπαινε το απαλό αεράκι. Οι κουρτίνες ανέμιζαν ελαφρά καθώς σηκωνόμασταν για το μπάνιο και μετά για το πρωϊνό. Οι πυτζάμες έμεναν στα ανακατωμένα σεντόνια να περιμένουν πότε θα διπλωθούν ωραία κάτω από το μαξιλάρι. Στο ισόγειο ετοίμαζαν το γάλα μας με τις φρυγανιές με το βιτάμ. Μετά βγαίναμε στον κήπο κλείνοντας πίσω την πόρτα. Οι ανθισμένες αγγελικές ευωδίαζαν καθώς διασχίζαμε το παρτέρι για την καγκελόπορτα όπου θα περνούσε το σχολικό.

Η προτιμώμενη ασχολία μας ήταν να κόβουμε λουλούδια: μοσχομπίζελα, κρινάκια, τριαντάφυλλα αναρριχώμενα από τους φράχτες. Μέσα σε κάποιους κήπους άνθιζαν οι κάλες σε όλο τους το μεγαλείο. Μακρύμισχες με το άσπρο τους άνθος απ’ όπου αναδυόταν ο κίτρινος μακρύς στήμονας. Έπρεπε να έχεις ένα μαχαιράκι για να τις κόψεις στο τέλος του πράσινου εύρωστου κοτσανιού τους. Στόλιζαν τα βάζα, αναδύοντας ένα υπέροχο άρωμα. Στην εκκλησία καθόριζε η παρουσία τους δίπλα σην εικόνα, την έλευση του Πάσχα, την προσμονή για τη Μεγάλη Εβδομάδα που θα στολίζαμε τον Επιτάφιο και που σαν θα ‘φθανε η Μεγάλη Παρασκευή θα ακολουθούσαμε κρατώντας τα πολύχρωμα κινέζικα φαναράκια αγορασμένα από τον μπαμπά μας, μάλλον από το βιβλιοπωλείο Ατλαντίς. Στο κατανυχτικό φως των κεριών, στις γλυκειές ψαλμωδίες κάναμε το γύρο μερικών τετραγώνων γύρω από το σπιτι σταματώντας σε κάθε γωνία για τη δέηση. Ο Επιτάφιος στολισμένος με άσπρα και κόκκινα λουλούδια σφιχτά ενωμένα το ένα με το άλλο.

Αυτή η τεχνική ήταν που μας άρεσε – να φτιάχνουμε γιρλάντα με λουλούδια: βιολέτες άσπρες, κόκκινες, μοβ, στη σειρά κατά χρώμα. Μετά τις στερέωναν στον Επιτάφιο μην αφήνοντας κάποιο κενό. Καθισμένα τα κορίτσια στα σκαλάκια της εκκλησίας επιδίδονταν σ’ αυτή τη δουλειά με χαρά. Όσες είχαν και άλλες φορές φτιάξει γιρλάντες ήταν επιδέξιες και δεν χαλούσε λουλούδι. Αυτές μας έδειχναν πως θα περνάμε το λουλούδι στη χοντρή κλωστή με τη βελόνα δημιουργώντας έτσι με τα ανθάκια – που κάποιες άλλες έκοβαν απ’ τα κοτσάνια βάζοντας τα σε πλαστικά δοχεία κατά χρώμα.

Άλλες φορές πάλι θαυμάζοντας τις κάλες λέγαμε στη κυρία του σπιτιού σαν μας χαιρετούσε καθώς στεκόμασταν στα κάγκελα στέλοντας χαιρετισμούς στους γονείς μας αν μπορούμε να κόψουμε λίγα μοσχομπίζελα που κοσμούσαν τα παρτέρια. «Και βέβαια, ελάτε μέσα να κόψετε όσα θέλετε».

VaseTsarouxisCapture
Κάλες – Ζωγραφικό έργο Γιάννης Τσαρούχης

Μετά απομακρυνόταν λίγο και γυρνούσε κρατώντας ένα μαχαιράκι. «Σταθείτε να σας κόψω και λίγες κάλες!» Αυτό ήταν, σε λίγη ώρα οι κάλες βρίσκονταν στο σαλόνι μας για την ακρίβεια στο κέντρο του τραπεζιού της τραπεζαρίας στο ημίφως του απογεύματος μέσα στο μακρύ με σχέδια βάζο τους. Ήταν το τρόπαιο μας, η χαρά να προσφέρουμε αυτά τα ωραία λουλούδια στη μητέρα μας. «Πάλι ζητήσατε λουλούδια;» μας έλεγε. «Όχι μας τα προσέφερε να τα πάμε στο σπίτι, δώρο με τις ευχές της για Καλή Ανάσταση».

φωτό άνω φόντου provagamou.gr

Advertisements

Μάγισσες και Χαρτορίχτρες

Όταν το μέλλον ήταν αβέβαιο, η έκβαση μιας υπόθεσης σκοτεινή, οι προθέσεις του άλλου ανεξιχνίαστες ήταν μια παρηγοριά η προσφυγή στην «χαρτορίχτρα» ή την «καφετζού». Στο βιβλίο της Μάρας Μεϊμαρίδη οι «Μάγισσες της Σμύρνης» γίνεται λόγος για τα μάγια των γυναικών της Σμύρνης – κάτι όμως που διαψεύσθηκε από μαρτυρίες Σμυρνιών. Η δική μου θεία πάντως που ήταν Μικρασιάτισα, ποτέ δεν έκανε λόγο για μάγισσες και χαρτορίχτρες. Ούτε η κυρία Μπαχαριά που ήταν απ’ την Πόλη. Πάντως στις μέρες μας δεν κρατούνται τα προσχήματα ή οι καλοί τρόποι. Τώρα ο άλλος είναι απέναντι σου ανοιχτό βιβλίο. Τον ρωτάς και απαντάει ευθαρσώς – ποιος ο λόγος λοιπόν να σου πουν τα χαρτιά ή τον καφέ;

ap_geralis_the_card_teller
Απόστολος Γεραλής – Η Χαρτορίχτρα

Είχαμε μια φίλη παλιά που κάθε φορά που ερχόταν για μπάνιο σπίτι μας το καλοκαίρι, έβαζε τη γιαγιά μου να της πει το φλυτζάνι. Το βράδυ είχε ωστόσο ραντεβού με το «πρόσωπο» – τον αρραβωνιαστικό της.

Μετά τη μεσημεριανή ανάπαυση ερχόταν ο δίσκος με τον καφέ – τούρκικος, το κρύο νερό. «Άντε κυρία Άννα, θα μου πεις το φλυτζάνι;» τη ρωτούσε. Και η γιαγιά έβαζε το γυαλιά κοιτούσε με περισσή προσοχή τα ελικοειδή σχήματα στο φλυτζάνι. «Καίγεται για σένα» της έλεγε. «Υπόθεση τελειωμένη, θα σε πάρει«. Το βράδι, αφού εκείνη είχε φύγει, έλεγε στη μαμά πως την κορόϊδεψε πάλι. «Τι να της πω, δεν έχω ιδέα… Της το ‘χω πει πως δεν ξέρω, αλλά δεν με πιστεύει«.
«Άσε τώρα κυρία Άννα που δεν ξέρεις. Στα μέρη σας είναι διαδεδομένο το φλυτζάνι. Απ’ τις Τουρκάλες«… «Δεν είναι σωστό καλέ μαμά να την κοροϊδεύει!«. «Μα αφού το θέλει, πάει γυρεύοντας«. «Είναι τόσο ερωτευμένη με τον Νώντα που δεν ακούει, ούτε βλέπει τίποτα«.

Ο Νώντας ήταν πάρα πολύ όμορφος, πλούσιος – δικηγόρος όπως εκείνη. Όμως ήταν έλεγαν γυναικάς. Είχε καρνέ με φιλενάδες. Όπως ο ίδιος εκμυστηρεύθηκε αργότερα σε συζήτηση για τα προσωπικά του – ποτέ δεν είχε πραγματικό σκοπό να παντρευτεί την «κόρη του Γυμνασιάρχη» αποκάλεσε τη Σώτη. «Ναι με κυνηγούσαν πολλές… μάλιστα κάποια είχε αποπειραθεί να μου ρίξει βιτριόλι στο πρόσωπο μέσ’ την πλατεία Κολωνακίου!» έλεγε φουσκώνοντας σαν διάνος από περηφάνεια.

Το βράδυ ερχόταν – μαζί του και ο Νώντας. Πήγαιναν για ποτό σε ένα κοντινό κοσμικό στέκι της περιοχής – το Silver House. Τότε στο ημίφως του τραπεζιού τους, κοντά στο αναμμένο κεράκι κρατιόντουσαν απ’ το χέρι, και εκείνη άλλο δεν είχε στο νου της παρά ν’ ακούσει γλυκά λόγια αγάπης και αφοσίωσης. Τα σκοτεινά αποτυπώματα του φλυτζανιού θα έβγαιναν για μια ακόμη φορά αληθινά. Τα λόγια όμως εκείνου ποτέ δεν βγήκαν αφού κάποια στιγμή, ήρθε και η ώρα του χωρισμού τους.

Πήγα σε μάγισσες σε χαρτορίχτρες
να δω που χάνεσαι όλες τις νύχτες
κι είδα μια γόησα ντάμα σπαθάτη
να’ναι στο πλάι σου σ’ένα κρεβάτι

Βάζεις φωτιά στο σπίτι μας και θα το κάνεις στάχτη…
Μα θα τις βάλω γρήγορα τις τρέλες σου σε τάξη…
Πήγα σε μάγισσες σε χαρτορίχτρες,να δω που χάνεσαι όλες τις νύχτες…

Πέτρινα Σχήματα

hupper_bovary
Isabelle Huppert – Emma Bovary

Το φεγγάρι ολόγιομο ξεπροβάλλει αργά αργά πάνω από το ρουφ-γκάρντεν του ξενοδοχείου. Μόνη πραγματικότητα τούτο το ολόλαμπρο φως που διαπερνά την αίσθηση των πάντων και του τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα είσαι ανοιχτός σε όλα. Τι σου αρέσει; Οι αντίκες, οι άσκοπες βόλτες, οι συζητήσεις για ταξίδια και εξωτικούς τόπους: Νέο Δελχί, Βομβάη, Τύνις, Μεξικό —o πολιτισμός των Ίνκας… Αεροπλάνα που απογειώνονται, αεροδρόμια γεμάτα ανθρώπους σε ένα μεταίχμιο: να φύγουν, να φθάσουν κάπου αλλού.

Κάποιος βούτηξε στην πισίνα. Οι αισθήσεις σου γεμάτες ήχους: ο θόρυβος που κάναν τα ποτήρια σας γεμάτα ρετσίνα, τότε, κοντά σε κάποια αρχαία ερείπια στο φεγγαρόφωτο. Ο ίσκιος αρχαίων μορφών διαχεόταν πάνω στη γη, στα σπασμένα μάρμαρα, στις κορφές των θάμνων. Ποτέ δεν θα ‘σασταν ευτυχισμένοι, τότε το διαισθανόσασταν, τώρα έχετε σχεδόν πεισθεί.

Κι όλοι αυτοί που φύγαν πια – γνωστοί και άγνωστοι, άσημοι και διάσημοι: ο Ρεμπώ, ο Ντιαγκίλεφ, o Νιζίνσκυ [παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τα αναμμένα κάρβουνα] —του Σεφέρη, ο Γουσταύος Φλωμπέρ με την Έμμα,  η Ισιδώρα Ντάνκαν, ο Φιτζέραλντ με τον Γκάτσμπυ, ο Σικελιανός και ο Καρυωτάκης, η Πολυδούρη, ο Καζαντζάκης και πόσοι ακόμα, γνωστοί και άγνωστοι, ανυπότακτοι και ξεχωριστοί ήταν μαζί σας να σας δείχνουν το δρόμο, που οδηγεί ο δρόμος.
εικόνα αρχική πηγή: reseau-canope.fr

Η Σάλτσα Ντομάτας

July's Tomato Haul
July’s Tomato Haul (Photo credit: statelyenglishmanor)

Αφήγηση 1 Μαζεύαμε τις ντομάτες το Καλοκαίρι. Σε σίτα μέσα τις συνθλίβαμε – ζουλούσαμε για να βγει ο χυμός. Πάρα πολλές ντομάτες! Κόκκινες, ώριμες, λαχταριστές. Τον χυμό τον βάζαμε σε γυάλινα δοχεία με λίγο λάδι από πάνω να σκεπαστούν. Ήταν για όλο τον χρόνο η προμήθεια μας για τις σάλτσες ντομάτας που βάζαμε στα μακαρόνια, στα ψητά, στο κοκκινιστό κρέας.

Τότε δεν έβγαινε ο κόσμος έξω. Δεν υπήρχαν ταβέρνες. Στα σπίτια ετοίμαζαν το φαγητό οι νοικοκυρές με φροντίδα και μεράκι. Κάθε μεσημέρι έπρεπε απαραιτήτως να ετοιμάζεται το τραπέζι για το φαγητό.

Κάναμε και πελτέ – Μέσα σε σκάφη τις βάζανε με μπόλικο αλάτι για να ξεζουμίσουν, τις στίβανε, πετούσαν τη φλούδα και σε μεγάλα ταψιά τις άφηναν στον ήλιο – να στεγνώσουν. Μετά σε βάζα αποστειρωμένα έβαζαν τον πελτέ και τον είχαν για όλο τον χρόνο.

sun_dried_tomatoes
Λιαστές Ντομάτες

Αν δεν τις στίβανε αλλά τις άφηναν ολόκληρες τότε είχαν τις περίφημες «λιαστές» ντομάτες.
Πάλι τις έβαζαν σε βάζα με λάδι, πρόσθεταν ξύδι, διάφορα μπαχαρικά (μαύρο πιπέρι) και μυρωδικά (δαφνόφυλλα, σκόρδο) και είχαν τις ξερές λιαστές ντομάτες για όλο τον χρόνο επίσης. Ονομαστές ήταν της Μακεδονίας.

Στον κήπο

docu0170
Νυχτερινό

Αργά αργά το σκοτάδι αρχίζει να πέφτει… Πέρα μακριά ένα καράβι διασχίζει τη μαβιά θάλασσα, αργά, μεγαλόπρεπα. Ψηλά στον ουρανό τα πρώτα άστρα τρεμοσβήνουν δείχνοντας το άπειρο.

Στη μαγευτική τούτη σιωπή πλανάται στον αέρα το μυστικό της μέρας που έφυγε μαζί με το μεθυστικό άρωμα της βιολέτας. Κλείνεις τα βλέφαρα, βαριά από το βάρος τόσων λογισμών. Μετέωρος, αιωρούμενος στο χρόνο. Παρόνπαρελθόνμέλλον χρόνοι ρευστοί, ανάκατοι. Δεν υπάρχεις, μόνο αυτή η παμφάγα μηχανή που όλα τ’ αλέθει στα απύθμενα βάθη της.

Σε Μαυρόασπρο Φόντο γύρω κοιτώντας, το πρόσωπο σου το ημίφως να σκεπάζει. Μέσα στην ασάφεια και τις ημιτελείς πράξεις, μάτια που όλο αποζητούν… Η ζάλη από τις τόσες εικόνες μέσα σου… η ησυχία – βαρύς μανδύας που όλα τα σκεπάζει ασφυκτικά. Και μοιάζει η ζωή σύμπλεγμα να ‘ναι πια γλυπτό, ήδη τελειωμένο.