Μνήμες Μεταφυσικής

Δήμος Ζωγράφου
Δήμος Ζωγράφου – Μνήμες

Βίλα Ζωγράφου – «Μνήμες» Έκθεση των Σαράντη Καραβούζη, Γιούλικας Λακερίδου στο Δήμο Ζωγράφου

Ο Δήμος Ζωγράφου τιμά τον πρόσφατα χαμένο ζωγράφο Σαράντη Καραβούζη, διοργανώνοντας έκθεση των έργων του καθώς και της συντρόφου του Γιούλικας Λακερίδου στην Πινακοθήκη του Δήμου Ζωγράφου (Γ. Ζωγράφου 13). Η έκθεση θα λειτουργεί καθημερινά εκτός Σαββάτου και Κυριακής ώρες 6 – 9 μ.μ. Είναι η πρώτη φορά που τα έργα των δύο καλλιτεχνών, που υπήρξαν σύντροφοι στη ζωή, θα εκτεθούν στον ίδιο χώρο μετά την απώλεια του Σαράντη Καραβούζη.

Δήλος Σαράντης Καραβούζος
Δήλος – Σαράντης Καραβούζος

Ο Σαράντης Καραβούζης, ήταν ένας από τους ξεχωριστούς Έλληνες εικαστικούς δημιουργούς και θεωρείται ως ο σπουδαιότερος σύγχρονος εκπρόσωπος της μεταφυσικής ζωγραφικής στη χώρα μας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Άνω Ιλίσια όπου διατηρούσε το εργαστήρι του μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ Ζωγράφου – Παρισιού.

Η Γιούλικα Λακερίδου, με καταγωγή από την Κύπρο, είναι μία καλλιτέχνης που διακρίθηκε από νωρίς για το ταλέντο της. Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται από λιτότητα και συνθετική αυστηρότητα ενώ ο τρόπος που δουλεύει τα χρώματα δημιουργεί τη δική της εικαστική γραφή. Από το 1965, ζει στην πόλη του Ζωγράφου , μία πόλη που την αποχωρίζεται μόνο για το Παρίσι.

Σαντορίνη
Σαντορίνη – Γιούλικα Λακερίδου

Πρόκειται για την πέμπτη κατά σειρά έκθεση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του εορτασμού των 70 χρόνων από την ίδρυση του Δήμου Ζωγράφου. Με αφορμή την επέτειο, παρουσιάζονται εκθέσεις εικαστικών που έζησαν ή ζουν και δρουν στην πόλη μας, σε μία προσπάθεια ανάδειξης του σημαντικού έργου τους.

Πληροφορίες zougla.gr

Advertisements

Άγγελος Γιαλλυνάς – Ο τοπιογράφος της Κέρκυρας

Μπενίτσες
gialynas_portrait
Άγγελος Γιαλλυνάς

Κερκυραίος ζωγράφος με μια έντονη έφεση στην απεικόνιση τοπίων και δη των όμορφων τοπίων της Κέρκυρας – ιδιαίτερης πατρίδας του, σε τεχνοτροπία ακουαρέλας (Κέρκυρα, 1857 – Κέρκυρα, 1939 / 82). Στην αρχή της ενασχόλισης του με τη ζωγραφική τον τράβηξε η τεχνοτροπία των Ιταλών «vedutisti» (λεπτομερής και μεγάλη απεικόνιση αστικών – συχνά παραθαλασσίων τοπίων με επίκεντρο κάποιο μνημείο) του 19ου αιώνα, ζωγραφίζοντας αστικό περίγυρο (πόλεις και σπίτια) αλλά αργότερα αφοσιώθηκε στην τοπιογραφία με τη χρήση των υδατοχρωμάτων (aquarelles) – ταξιδεύοντας πολύ γι’ αυτό το σκοπό – τεχνική που αποδίδει ιδιαίτερα την απαλότητα του φωτός που διαχέεται στις λεπτές γραμμές του εξοχικού τοπίου.

Μπενίτσες
Μπενίτσες – Κέρκυρα

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1857, όπου και πέθανε το 1939. Από το 1872 – (15 ετών) άρχισε να ζωγραφίζει Μαθήτευσε κοντά στον γνωστό Κερκυραίο ζωγράφο Χαράλαμπο Παχή, που είχε ιδρύσει Καλλιτεχνική Σχολή και αργότερα (1875) συνέχισε τις σπουδές του στη Βενετία, με την οποία είχε δεσμούς η αριστοκρατική οικογένειά του, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Επέστρεψε το 1877 στην πατρίδα του όπου αφοσιώθηκε το 1902, στην Καλλιτεχνική Σχολή.

Οικία Γιαλλυνά
Οικία Γιαλλυνά – Κέρκυρα

Ζωγράφισε κυρίως ακουαρέλες η δε γνωριμία του με τον Άγγλο πρεσβευτή Φορντ τον έφερε σε επαφή με αυλικούς κύκλους στην Ευρώπη, όπου και διέθεσε πολλά έργα του, ακόμη και στους βασιλείς της Αγγλίας, Αυστρίας και Γερμανίας. Παραγωγικός καλλιτέχνης ταξίδευσε πολύ για τη θεματογραφία του και ο τρόπος δουλειάς του βρήκε πολλούς μιμητές. Το σπίτι του στην Κέρκυρα έχει μετατραπεί σε «Πινακοθήκη Άγγελου Γιαλλυνά» και πρόσφατα αποφασίστηκε η ανακαίνιση του.

Μπενίτσες – αρχική πηγή eikastikon.gr

Απογευματινή γιορτή

geralisKantiliCapture
Απόστολος Γεραλής (1886 – 1983) Το άναμμα του καντηλιού

Ήταν μια γιορτινή μέρα, χρονιάρα μέρα όπως λένε. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός καταγάλανος, ο κόσμος ησυχασμένος από τη πίεση προηγούμενων ημερών, ανέμενε για μια ακόμη φορά τη γιορταστική ατμόσφαιρα μιας νύχτας που σε λίγο θα έφθανε μεγαλοπρεπής, με τον βελούδινο, ασημοποίκιλτο της μανδύα, που θα φωτιζόταν από τις αστραφτερές, πολύχρωμες εκρήξεις των βεγγαλικών. Την αινιγματική σιωπή της σε λίγο θα διασπούσαν οι θριαμβευτικοί ήχοι των καμπάνων, οι εκρήξεις των κροτίδων.

Μεγάλο Σάββατο 2 Βράδυ Ήταν χρονιάρα μέρα – παραμονή Πάσχα, της Αναστάσεως. Όλη η Φύση περίμενε την Ανάσταση του Κυρίου και είχε βάλει τα γιορτινά της: οι λεμονιές και οι νεραντζιές μοσχομύριζαν στους δρόμους και στους κήπους. Όλα ήταν τακτοποιημένα, στη σειρά τους —σαν ένα καλοκουρδισμένο εκκρεμές μετρούσαν τις ώρες που απόμεναν ώσπου να φθάσει η δωδεκάτη νυχτερινή, που θα σήμαιναν οι γιορτινές καμπάνες.

Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη οι πατροπαράδοτες ευχές θα διασταυρώνονταν με τους θερμούς ασπασμούς. Η αγάπη είχε βγει για ακόμη μια φορά νικήτρια, είχε κατακυριεύσει τον κόσμο. Όλων τα πρόσωπα ήταν χαρούμενα, καθώς τα αναμμένα κεριά της Αναστάσεως έριχναν ένα φως που τρεμόσβυνε, τονίζοντας απαλά τα χαμόγελα των ανθρώπων που είχαν συρρεύσει στην εκκλησία για τη μεγάλη γιορτή.
«Χρόνια πολλά» για ακόμη μια φορά. Κι αυτή τη φορά ήταν γιορτή, χαρά, απαντοχή για το καλύτερο. Ελπίδες που δυνάμωναν από τον ενθουσιασμό —που μόνο η βραδιά της Αναστάσεως θα μπορούσε να φέρει.

Μεγάλο Σάββατο 1 Απόγευμα Είχε πια αρχίσει να νυχτώνει. Το αχνό ροζ του ήλιου που είχε μόλις πριν λίγο βασιλεύσει, απλωνόταν στο αχνό μπλε του ουρανού. Είχε τελειώσει μια πολύ όμορφη μέρα, γιατί η αγάπη που ένωνε ήταν παρούσα στα πρόσωπα τους. Η χαρά να βρίσκονται μαζί, να ανταλάσσουν ευχές: «Χρόνια Πολλά», «Καλή Ανάσταση». Τόσα χρόνια είχαν περάσει και αυτή ήταν ακόμη μία από τις σημαδιακές μέρες, καθώς είχαν συναντηθεί έξω από τις ξεχωριστές τους συνήθειες, με τον ενθουσιασμό για την οικεία δύναμη που τις ένωνε, πάντα παρούσα και αδιατάραχτη παρά τα όσα και τόσα, άσχημα που μπορεί να συνέβαιναν γύρω τους. Ήταν το κρυφό, ανεξίτηλο σημάδι: πάντα θα έμεναν αχώριστες και ενωμένες —παρά τις όποιες γνωστές ή άγνωστες αποστάσεις – αυτή η γνώση εκμηδένιζε τον χρόνο που περνούσε, τις συνήθειες της καθημερινότητας, τις έξεις της κάθε μέρας. Μία ήταν η έξη, παράκληση ενδόμυχη μαζί με ευχή: να είναι για πάντα μαζί, με τον ακατάλυτο αδελφικό δεσμό της αγάπης. Κι αυτό έφθανε για μια ευτυχία που μόνο εκείνες μπορούσαν να τη μοιραστούν και κανένας άλλος, μια ευτυχία για πάντα δική τους, που έπαιρνε ιδιαίτερη χροιά, από την ατμόσφαιρα αυτού του γιορταστικού, ανοιξιάτικου απογεύματος. (φωτό Αρχική πηγή: eikastikon.gr)

(Ίσχυαν τα παραπάνω και για ‘κείνους άραγε;) Ήταν το κρυφό, ανεξίτηλο σημάδι: πάντα θα έμεναν αχώριστοι και ενωμένοι —παρά τις όποιες γνωστές ή άγνωστες αποστάσεις, αυτή η γνώση εκμηδένιζε τον χρόνο που περνούσε, τις συνήθειες της καθημερινότητας, τις έξεις της κάθε μέρας. Μία ήταν η έξη, παράκληση ενδόμυχη μαζί με ευχή: να είναι για πάντα μαζί, με τον ακατάλυτο δεσμό της αγάπης. Κι αυτό έφθανε για μια ευτυχία που μόνο εκείνοι μπορούσαν να μοιραστούν και κανένας άλλος, μια ευτυχία για πάντα δική τους, που έπαιρνε ιδιαίτερη χροιά, από την ατμόσφαιρα αυτού του γιορταστικού, ανοιξιάτικου απογεύματος.

Απόστολος Γεραλής – Με τον αέρα της ζωής της υπαίθρου

Άρωμα γυναίκας στη ζωγραφική – Η γυναικεία μορφή, με τη χάρη, την ομορφιά, την περιβολή, τα ανθηρά της χρώματα, προσθέτει ένα δυνατό και πάντα αισθητό άρωμα στη ζωγραφική. Ο τρίτος τόμο της σειράς «Θησαυροί της Εθνικής Πινακοθήκης», είναι αφιερωμένος στη γυναίκα. Η γυναίκα υπήρξε μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες από τότε που δημιουργήθηκε η τέχνη. […] Μεταξύ των ζωγράφων της έκθεσης ήταν φυσικά και ο Απόστολος Γεραλής ο οποίος ζωγράφισε την γυναικεία φιγούρα μέσα σ’ ένα περιβάλλον αγροτικό – του χωριάτικου συνήθως σπιτιού.

Απόστολος Γεραλής: Μυτιλήνη 1886 – Αθήνα 1983
ap_geralis_kydonia
Απόστολος Γεραλής – Κυδώνια με μπλε τσαγιέρα

Η οικογένεια Γεραλή από τον Τρύγονα της Λέσβου έβγαλε τους ζωγράφους: Λουκά Γεραλή, και τον Απόστολο Γεραλή νεώτερο αδελφό του.

Ο Απόστολος ασχολήθηκε ως επί το πλείστον με θέματα της υπαίθρου όπου πρωτοστατεί συνήθως η γυναικεία φιγούρα.

geralisCapture
Απόστολος Γεραλής Η Αρραβωνιασμένη

Ο υπαιθρισμός του χαρακτηρίζεται από την ακαδημαϊκή τεχνική – δηλαδή την αυστηρότητα των γραμμών μέσα από ένα σταθερό, περίγραμμα όπου το φως επιβάλλεται με τις αντιθέσεις των φωτοσκιάσεων δίνοντας έμφαση σ’ ένα αναπάντεχο λευκό.

Επίσης σκηνές στο εσωτερικό των σπιτιών όπου σαν ιδέα πολλές φορές κυριαρχεί η έννοια της αναμονής, του προϋπαντήματος. Οι γυναικείες φιγούρες πρωτοστατούν στα θέματα του: η τυπική φορεσιά των γυναικών της υπαίθρου ή των χωριών με το μαντήλι στο κεφάλι (κεφαλοδέσιμο), την ποδιά, το μπολερό συνήθως μπροστά από το μαγκάλι. Στα έργα αυτά η γυναικεία φιγούρα συνήθως βρίσκεται μόνη ασχολούμενη με κάποια εργασία ή παρακολουθώντας κάτι  ή κάποιον.

ap_geralis_gyn
Απόστολος Γεραλής – Ψήνοντας στο μαγκάλι

Επίσης ζωγράφισε τις απλές οικιακές ασχολίες όπως το πότισμα των λουλουδιών, το κέντημα, το ψήσιμο στο μαγκάλι. Οι σκηνές στο ύπαιθρο χαρακτηρίζονται από την ελαφράδα του τοπίου αλλά και του ανθρώπινου σώματος που εναρμονίζεται μαζί μ’ αυτό σε μια οικεία σύμπραξη.

Τα χρώματα τώρα ξεφεύγουν από τον αυστηρό ακαδημαϊσμό και ακολουθούν τα παστέλ της ώχρας του ξερού χόρτου του σταριού, καθώς συμπλέκονται με τις ελαφρές, ανοιχτόχρωμες φορεσιές των κατοίκων.

Σπούδασε στην Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας και είχε δασκάλους τους Γερανιώτη, Βικάτο, Ροϊλό, Ιακωβίδη. Ως κάτοχος υποτροφίας πήγε στο Παρίσι στη Σχολή Julienne.

ζωγραφικά έργα πηγή: paletaart.wordpress.com – Απόστολος Γεραλής, eikastikon.gr

Νικόλαος Γύζης

Νικόλαος Γύζης Τήνος – Σκλαβοχώρι 1842 – Μόναχο 1901

Άρτεμις Γύζη
Άρτεμις Γύζη 1895

Βλέποντας αυτόν τον πίνακα που θα μπορούσε να ονομάζεται «Κυρία με ροζ φόρεμα και γούνα» το βλέμμα του θεατή πέφτει πάνω στο αινιγματικό – χαρούμενο σίγουρα, χαμόγελο του μοντέλου, στην κόμωση (a la garçon) σύμφωνα με τη μόδα του 1900 – ’20. Το χέρι ακουμπισμένο στο τραπέζι με το βαρύτιμο υφαντό όπου κρέμεται πίσω του ένα χρωματιστό τύπου αρ-νουβώ φωτιστικό.

Η Άρτεμις Νάζου – Γύζη λίγο πριν από μια βραδινή έξοδο εντυπωσιάζει με το ροζ ταφταδένιο κεντημένο με τούλια φόρεμα, με τα τεράστια φουσκωτά μανίκια με μισο-γερτή στον ένα ώμο η βαρύτιμη γούνα – ενδυμασία που δείχνει την αριστοκρατική της καταγωγή. Οι χρωματικοί συνδιασμοί στις αποχρώσεις του ροζ, καφέ, μαβί, και φαιού εστιάζουν στην ανάδειξη της ομορφιάς του προσώπου και του χαμόγελου που το διανθίζει.

Από τους εξέχοντες Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα, ιδρυτής και κύριος εκπρόσωπος της «Σχολής του Μονάχου«, ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε στην Τήνο. Το 1850 η οικογένεια μετοίκησε στην Αθήνα όπου ο νεαρός Νικόλαος γράφτηκε στη Σχολή Τεχνών της εποχής – μετέπειτα ονομαζόμενη ΑΣΚΤ.

Αργότερα με υποτροφία του ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου με την υποστήριξη του πλούσιου φιλότεχνου Νικόλαου Νάζου, πηγαίνει στο Μόναχο για να σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Gysis 003.jpg
Η Αποστήθιση 1883

«Gysis 003» από τον Νικόλαος Γύζης[1]. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

Γύρω από τον προικισμένο Νικόλαο Γύζη, συγκεντρώθηκαν οι εκεί διαμένοντες Έλληνες ζωγράφοι – κύκλος που έδοσε την ονομασία «Σχολή του Μονάχου» —κύριο καλλιτεχνικό ρεύμα στη Ζωγραφική του 19ου αιώνα στην Αθήνα εδραζόμενο στον Ακαδημαίκό Ρεαλισμό. Το 1872 επιστρέφει στην Αθήνα μετατρέποντας το σπίτι του σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα ταξιδεύει στη Μικρά Ασία το 1873.

Απογοητευμένος από τις συνθήκες ζωής στην Ελλάδα επιστρέφει στο Μόναχο το 1874. Το 1876 ταξιδεύει πάλι με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Το 1877 παντρεύεται την Άρτεμι Νάζου που εικονίζεται και στον ανωτέρω πίνακα. Στο Μόναχο ο Γύζης έγινε καθηγητής της Ακαδημίας το 1886, διαμένοντας στην πόλη αυτή της Γερμανίας ως το τέλος της ζωής του.

Αλληλογραφία Νικόλαου Γύζη – από το 1869 ως το τέλος της ζωής του:

Συνέγραψε πλείστες επιστολές οι οποίες εξεδόθησαν το 1953 – Εκδόσεις «Εκλογή». Μερικές από αυτές περιέχουν λόγια βγαλμένα πάντα μέσα από την καρδιά του:

  • «Σας βεβαιώ, Κύριε Νάζε, ότι δεν είμαι διόλου σπάταλος. Ζω με την μεγαλυτέραν οικονομίαν, αλλά τα έξοδα της τέχνης μου, και προ πάντων τα μοδέλα, κοστίζουν φρικτά και άνευ αυτών δεν ημπορώ να κάμω βήμα. Εις την αρχήν ήμουν εις μικροτέρας σχολάς, όπου τα μοδέλα επληρώνοντο από την Ακαδημίαν, αλλ’ αφ’ ότου εμβήκα εις την σχολή των συνθέσεων, τα πληρώνω ο ίδιος και διά τούτο έπεσα έξω. […] Έγραψα και θα γράψω πάλιν προς την επιτροπήν της Ευαγγελιστρίας διά τους μισθούς μου».
  • «Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός.» (7 Απριλίου 1875) Προς τον Νικόλαο Νάζο (Ιούνιος 1873)
  • «Αν ήτο δυνατόν να ημπορούσα να ηρχόμουν εις την Ελλάδα, ίσως κατά πρώτον εις την Κεφαλληνίαν και κατόπιν εις την Τήνον, εις τα γλυκά αυτά μέρη» Προς τον αδελφό της γυναίκας του (22 Οκτωβρίου 1900).

Βλέπε κατάλογο έργων του (20 έργα)

Γεώργιος Ροϊλός

Γεωργιος Ροιλος 1867 – 1928
Self-portrait, Geogios Roilos.jpg
«Self-portrait, Geogios Roilos» από τον Γεώργιος Ροϊλός – History of Greek Nation. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

Συντροφιά με τη μεγαλοφυία ενός μεγάλου ζωγράφου: Μια επικοδομητική Επιτέλους Ταύτιση Κοιτώντας αυτό τον πίνακα του Γιώργου Ροϊλού σε καθηλώνει η ματιά του καλλιτέχνη. Εξεταστική συνάμα αγέρωχη, αινιγματική συνάμα οικεία, νοιώθεις πως κοντά σου βρίσκεται ένας άνθρωπος που μπορεί να εισχωρήσει στα κατάβαθα του είναι σου. Δεν είσαι μόνος σε συντροφεύει η μεγαλοφυία ενός μεγάλου ζωγράφου. Πως θα μπορούσε να μη δει εσένα και την ψυχή σου, κάποιος που εισχωρεί στις λεπτομέρειες, στη βαθύτερη φύση των πραγμάτων που τον περιβάλλουν; Έτσι όπως κοιτούσε τα πράγματα ο Ροϊλός – με τη διεισδυτική ματιά του μεγάλου καλλιτέχνη, το ίδιο βρίσκεται απέναντι σου και σε παρατηρεί με την λίγο υπεροπτική ματιά ενός αριστοκράτη που ξέρει να επιβάλλεται στις καταστάσεις, πολλές φορές και να τις καθορίζει. Μια μελαγχολία βρίσκεται διάχυτη στο πρόσωπο με τα ευγενή χαρακτηριστικά και την πράα ηρεμία, μια ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια υπογραμμίζει την έκφραση – λίγο πριν κάποια έξοδο, μια σημαντική συνάντηση από την οποία προσδοκάς κάτι που κι εσύ ο ίδιος δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι. Μια ουδέτερη προσέγγιση ή μια βαθύτερη υπόσχεση;

Roilos-georgios-plystres-venetia.jpeg
Γεώργιος Ροϊλός – Πλύστρες στη Βενετία

«Roilos-georgios-plystres-venetia» από τον Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928) – Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, http://2.bp.blogspot.com/_wP4yFbs-lZs/Sa1b3XZ1jcI/AAAAAAAAAQY/jyCw2GOd0to/s1600-h/%CE%A1%CE%BF%CF%8A%CE%BB%CE%BF%CF%82+%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%A0%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B1.jpg. Υπό την άδεια κοινό κτήμα» href=»Roilos-georgios-plystres-venetia.jpeg»>κοινό κτήμα μέσω Βικιπαίδεια.

Γεώριος Ροϊλός: Στεμνίτσα Γορτυνίας (Αρκαδία) 1867 – Αθήνα 1928 Σημαντικός εκπρόσωπος της Σχολής του Μονάχου προσωπογράφος και τοπιογράφος. Από το 1910 διαδέχθηκε τον Γιώργο Ιακωβίδη στο μάθημα της ελαιογραφίας στη ΑΣΚΤ αλλά σύντομα ξέφυγε από τον αυστηρό ακαδημαϊσμό των προκατόχων του εισάγοντας μια μεγαλύτερη ελευθερία στο σχέδιο, τα χρώματα την τεχνική που έφθανε στα όρια του καθαρού Ιμπρεσσιονισμού (βλέπε έργο «πλύστρες στη Βενετία»). Ο Ροϊλός σπούδασε ζωγραφική στη σχολή Τεχνών (μετέπειτα ΑΣΚΤ) στην Αθήνα, έχοντας για δάσκαλο τον Νικηφόρο Λύτρα. Το 1888 πηγαίνει στο Μόναχο μαθητεύοντας υπό τον (Τήνιο) Νικόλαο Γύζη. Το 1890 μεταβαίνει στο Παρίσι για να ολοκληρώσει τις σπουδές του κοντά στον Benjamin Constant και τον Paul Laurence.

Τοπιογραφία με θάλασσα.jpg
Γεώργιος Ροϊλός – Τοπιογραφία με θάλασσα

«Τοπιογραφία με θάλασσα» από τον Γεώργιος Ροϊλός – Ιδιωτική Συλλογή. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

Το 1984 επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται στην έδρα της Αγαλματολογίας ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Σπύρου Προσαλέντη. Το 1903 μεταβαίνει στο Λονδίνο και εκλέγεται στο Λίβερπουλ μέλος της Ακαδημίας της πόλης. Το 1908 επιστρέφει στην Αθήνα όπου και διετέλεσε από το 1910 έως το 1927 (ένα χρόνο πριν το θάνατο του) καθηγητής στην έδρα της Ελαιογραφίας στην ΑΣΚΤ.

Περικλής Πανταζής

Περικλής Πανταζής – Ανεκπλήρωτοι Πόθοι

At the beach
Περικλής Πανταζής – Στην Παραλία

Βλέποντας κανείς αυτόν τον πίνακα δεν είναι δύσκολο να φανταστεί τον ΠΕΡΙΚΛΗ ΠΑΝΤΑΖΗ να έχει στήσει το καβαλέτο του λίγα μέτρα πιο πίσω από τα παιδιά που παίζουν αμέριμνα σε κάποιο παραθαλάσσιο θέρετρο των Βρυξελλών. (Χάρτης του Βελγίου)

Έχει εγκαταλείψει τη θαμπή ατμόσφαιρα του εργαστηρίου του και τώρα βρίσκεται μπροστά στην υγρή διαφάνεια του Βελγικού τοπίου, λουσμένος στο πρωινό φως, εκτεθειμένος στη δροσερή αύρα της Άνοιξης. Το πέρασμά του από το Παρίσι μερικά χρόνια πριν, τον έχει ήδη εξοικειώσει με τη δουλειά των πρωτοπόρων Γάλλων υπαιθριστών της δεκαετίας του 1830 κει ξέρει καλά ότι «τρεις πινελιές εκ του φυσικού αξίζουν δύο μέρες δουλειάς στο εργαστήριο», όπως έλεγε ο συνάδελφός του Boudin.
Αυτό που ενδιαφέρει το νεαρό ζωγράφο δεν είναι να αποτυπώσει περιγραφικά το τοπίο. Αισθάνεται απελευθερωμένος από αυτήν την υποχρέωση μια και η φωτογραφία που ήδη μετράει μισόν αιώνα ζωής, φαίνεται ότι αναλαμβάνει αποφασιστικά πλέον αυτό το ρόλο.
Εκείνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι να συλλάβει τον παλμό, την ζωντάνια και -γιατί όχι- την εσωτερική ομορφιά και την αλήθεια του τοπίου. Αντιμετωπίζει το θέμα του με την ματιά κάποιου που εμπιστεύεται μόνο αυτό που βλέπει και όχι αυτό που ξέρει για τον κόσμο. Ένα φόρεμα ή ένα πρόσωπο υποδηλώνονται με μια-δύο γρήγορες πινελιές έστω κι αν όλοι ξέρουν ότι υπάρχουν σημαντικές λεπτομέρειες που εσκεμμένα παραλείπονται. Η υφή της ατμόσφαιρας και το φως εκείνης ακριβώς της ανοιξιάτικης μέρας προσδιορίζουν τις φόρμες, τους όγκους και τα χρώματα της σύνθεσης.

paralia_jpg
Περικλής Πανταζής – Στην Παραλία (2)

Σήμερα έχουμε συνηθίσει αυτού του είδους την καλλιτεχνική αναπροσαρμογή της πραγματικότητας, που όπως πιστεύουν πολλοί πλησιάζει περισσότερο τη λειτουργία του ματιού που τείνει να σαρώνει το χώρο επιλέγοντας πληροφορίες παρά να εστιάζεται σ΄ένα συγκεκριμένο σημείο. Το 1879 όμως τέτοιου είδους ανησυχίες αμφισβητούσαν ευθέως την ευρωπαική ακαδημαϊκή παράδοση που παρέμενε προσκολλημένη σε μία προσεκτική, ορθολογιστική, κλινικά μελετημένη αναδιάταξη του τοπίου και τον αποκλεισμό του αυθόρμητου, του απρόοπτου ή του τυχαίου. Ανάλογες ανησυχίες με αυτές του Πανταζή διατυπώνουν και οι Γάλλοι ιμπρεσιονιστές που ήδη με την πρώτη τους έκθεση to 1874 έχουν θέσει δυναμικά το στίγμα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο πρόωρος θάνατος του Πανταζή το 1884 ,όπως άλλωστε και αυτός του Ι. Αλταμούρα έξι χρόνια νωρίτερα, αφήνουν ερωτηματικά για το αν και κατά πόσο τα καινοτομικά στοιχεία του έργου τους θα μπορούσαν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός ελληνικού μοντερνισμού ή τουλάχιστον να αξιοποιηθούν ευρύτερα προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά τον Ε. Φραντζισκάκη «η συμβολή της ιδιοφυίας του Π.Πανταζή στην εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής θα ήταν αποφασιστική».
Σήμερα ο Π. Πανταζής μαζί με τους G.Vogels και J.Ensor θεωρούνται ως οι πρωτοπόροι εκπρόσωποι του βελγικού ιμπρεσιονισμού.

Συντομο Βιογραφικο

Μαθητής του μεγάλου Νικηφόρου Λύτρα, στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας όπου και αποφοίτησε, δεν έμεινε στην Ελλάδα, αλλά πήρε όπως όλοι σχεδόν οι ζωγράφοι του 19ου αιώνα το δρόμο για το Μόναχο. Όμως, η Ακαδημία του Μονάχου όπου έδρευε η Σχολή του Ρομαντισμού, προφανώς δεν ταίριαζε στον Πανταζή αφού γρήγορα έφυγε για το Παρίσι για να γνωρίσει τον Ρεαλισμό του Κουρμπέ.

Στη συνέχεια, στο Βέλγιο όπου ταξίδεψε πήγε στις Βρυξέλλες, την πόλη που έκανε δεύτερη του πατρίδα εφ’ όσον έζησε όλα του τα χρόνια εκεί, ακολουθώντας αρχικά το ρεύμα της Φλαμανδικής Σχολής, έως τον πρόωρο θάνατο του – το 1884 μόλις 35 ετών…

Η σύντομη καλλιτεχνική δημιουργία του αν και επηρεασμένη από το Φλαμανδικό περιβάλλον, από τα διδάγματα του Ρεαλισμού κι από τα πρόωρα σκιρτήματα του Ιμπρεσσιονισμού, έχει ύφος πολύ προσωπικό.

Οι πίνακές του παίζουν με το φως και με τις σκιές δίχως να φυλακίζονται μέσα στους άκαμπτους κανόνες του ακαδημαϊκού σχεδίου και της παραδοσιακής προοπτικής. Πάλλονται με τις φυσικές τους πινελιές από ζεστασιά και ζωντάνια.
Periklis Pantazis (1849 – 1884) – Περικλής Πανταζής, Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο