Βόλτα στην αγορά

Βόλτα στην αγορά
Βόλτα στην αγορά

Βόλτα στην αγορά

Η αγορά έχει ένα σωρό εκπλήξεις πάντα: περπατώντας στους δρόμους η κίνηση είναι συχνά έντονη – άνθρωποι με σακκούλες τρέχουν προς την κατεύθυνση που έχουν κατά νου. Διασταυρώνεσαι με πρόσωπα κάθε λογής περισσότερες είναι οι γυναίκες που σαν τις κοιτάξεις όλες εκ πρώτης όψεως φυσικά, μοιάζουν κομψές και άνετες. Συνήθως πάνε μόνες αλλά βλέπεις και συνοδευμένες. Στα καφέ γύρω, οι άνθρωποι κάθονται να ξαποστάσουν. Ένα κολατσό συνοδευμένο με καφέ ή χυμό, ό,τι καλύτερο: σα να μοιάζει με ανταμοιβή – πως τέλειωσε η δουλειά, ώρα για ξεκούραση.

Οι σκέψεις προηγούνται των πράξεων – τα λόγια έπονται και των δύο
Τι δημιουργεί όλη αυτή την πανδαισία του δρόμου; Το τρέξιμο, το λαχάνιασμα ενίοτε, την ανάπαυση στα πολυθρονάκια του καφέ, «τέλος καλό, όλα καλά» η επωδός μιας ικανοποιητικής συγκυρίας για κάποιους, μάλλον αρκετούς. Η απόφαση να βγεις, να διεκπεραιώσεις μια δουλειά ή έστω σκέτο, η απόφαση να βγεις έξω από το σπίτι. Και την απόφαση αυτή τι την ολοκληρώνει; η επιθυμία φυσικά. Χωρίς επιθυμία δεν γίνεται τίποτα κι ας μοιάζει πως γίνεται κάτι χωρίς αυτήν, σαν το «τραβάτε με κι ας κλαίω» ή κατά το αρχαιπρεπές «εκών άκων» που θα πει χωρίς την απόλυτη θέληση του (θέλοντας και μη). Αυτό δεν σημαίνει έλλειψη επιθυμίας, αλλά την επιθυμία να υπερβείς το εμπόδιο που θέτει ο εαυτός σου. «Που ξέρεις; μπορεί και να ‘ναι καλά εκεί». Πρώτα λοιπόν έρχεται η σκέψη ας πούμε να κάνω αυτό ή εκείνο που την καθοδηγεί η επιθυμία ή ακόμη και η έλλειψη αυτής που πραγματικά είναι πάλι επιθυμία – να υπερβείς την αναβλητικότητα σου, την αδράνεια, την κακοκεφιά. Μετά η πράξη παίρνει σάρκα και οστά: μια βόλτα στην αγορά ας πούμε στη γειτονιά σου.

Αν είναι μέρα της λαϊκής θα εκπλαγείς από την πολυκοσμία. Άνθρωποι τριγυρίζουν στα θνησιγενή δρομάκια της, ψωνίζουν τα φρούτα, τα λαχανικά, τα είδη της κουζίνας ό,τι βάλει ο νους σου ακόμη και ψάρια και τυριά και όσπρια και άλλα είδη μπακαλικής. Πιο μετά τα φυτά, με γλάστρες που πρασινίζουν τον τόπο ευωδιάζοντας.

Αν δεν βρεθείς στη λαϊκή οι γύρω δρόμοι στο διάβα σου αποκαλύπτουν το μυστικό τους πρόσωπο με τις βιτρίνες τους με τα είδη που ειδικεύονται: ρούχα, παπούτσια, είδη σούπερ-μάρκετ, βότανα, μπαχαρικά, φαρμακεία, εκτυπώσεις, καφετέριες, ανθοπωλεία, καθαριστήρια, γραφεία τουρισμού, αρωματοπωλεία κλπ.
Κάτι θα ξέχασες ότι χρειάζεσαι: α ναι, πρέπει να θυμηθείς και μόλις έρθει στο νου σου, κατευθύνεσαι προς το οικείο κατάστημα. Δίπλα σου μια απλωμένη συστάδα λουλουδιών: πανσέδες, κρινάκια, ζουμπούλια – αν είναι άνοιξη, σαν είναι καλοκαίρι βασιλικοί, δυόσμοι, δαφνούλες, σου θυμίζουν μια άλλη εποχή στην εξοχή, κήπους με ψηλά δένδρα, το καλοκαίρι στο νησί με τα βράδυα στο καφέ ή στη ταβέρνα. Όμως η ζωή παντού συνεχίζεται απλώνοντας το πολύχρωμο παραπέτασμά της. Είτε σε νησί είτε στην πόλη ή σε προάστιο, η πολυχρωμία της συναρπάζει περιλαμβάνοντας πάντα και παντού όλα της τα εκθέματα, στο ανάλαφρο ξετύλιγμα των ωρών της μέρας που κυλά.

Αργότερα όλα θα έχουν τελειώσει, σαν βρεθείς πίσω στο σπίτι: εικόνες, ψώνια, συναπαντήματα, καφές – με ή χωρίς συζητήσεις. Ήταν η ώρα των φωνών που δημιουργούν την πολύβουη αίσθηση στ’ αυτιά. Στα μάτια οι φιγούρες των ανθρώπων, το αδιάκοπο πήγαιν-έλα, στ’ αυτιά ο θόρυβος από τις ομιλίες, τα αυτοκίνητα να περνούν αν κυκλοφορούσαν εκεί.

Τα λόγια έρχονται πάντα τελευταία : ακολουθούν την κίνηση του μυαλού, μετά του δρόμου, του σημείου όπου έχεις σταθεί: θαυμάζεις την κινητικότητα, στροβιλίζεσαι και συ στα δίχτυα του ρυθμού της. Άλλη μια μέρα που έφυγες από την ακινησία του εαυτού σου. Τον παραμέρισες για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο της ζωής να βρεθείς. Ζω = υπάρχω  για μένα, αλλά και για τον γύρω από μένα κόσμο.

Advertisements