Μάγισσες και Χαρτορίχτρες

Όταν το μέλλον ήταν αβέβαιο, η έκβαση μιας υπόθεσης σκοτεινή, οι προθέσεις του άλλου ανεξιχνίαστες ήταν μια παρηγοριά η προσφυγή στην «χαρτορίχτρα» ή την «καφετζού». Στο βιβλίο της Μάρας Μεϊμαρίδη οι «Μάγισσες της Σμύρνης» γίνεται λόγος για τα μάγια των γυναικών της Σμύρνης – κάτι όμως που διαψεύσθηκε από μαρτυρίες Σμυρνιών. Η δική μου θεία πάντως που ήταν Μικρασιάτισα, ποτέ δεν έκανε λόγο για μάγισσες και χαρτορίχτρες. Ούτε η κυρία Μπαχαριά που ήταν απ’ την Πόλη. Πάντως στις μέρες μας δεν κρατούνται τα προσχήματα ή οι καλοί τρόποι. Τώρα ο άλλος είναι απέναντι σου ανοιχτό βιβλίο. Τον ρωτάς και απαντάει ευθαρσώς – ποιος ο λόγος λοιπόν να σου πουν τα χαρτιά ή τον καφέ;

ap_geralis_the_card_teller
Απόστολος Γεραλής – Η Χαρτορίχτρα

Είχαμε μια φίλη παλιά που κάθε φορά που ερχόταν για μπάνιο σπίτι μας το καλοκαίρι, έβαζε τη γιαγιά μου να της πει το φλυτζάνι. Το βράδυ είχε ωστόσο ραντεβού με το «πρόσωπο» – τον αρραβωνιαστικό της.

Μετά τη μεσημεριανή ανάπαυση ερχόταν ο δίσκος με τον καφέ – τούρκικος, το κρύο νερό. «Άντε κυρία Άννα, θα μου πεις το φλυτζάνι;» τη ρωτούσε. Και η γιαγιά έβαζε το γυαλιά κοιτούσε με περισσή προσοχή τα ελικοειδή σχήματα στο φλυτζάνι. «Καίγεται για σένα» της έλεγε. «Υπόθεση τελειωμένη, θα σε πάρει«. Το βράδι, αφού εκείνη είχε φύγει, έλεγε στη μαμά πως την κορόϊδεψε πάλι. «Τι να της πω, δεν έχω ιδέα… Της το ‘χω πει πως δεν ξέρω, αλλά δεν με πιστεύει«.
«Άσε τώρα κυρία Άννα που δεν ξέρεις. Στα μέρη σας είναι διαδεδομένο το φλυτζάνι. Απ’ τις Τουρκάλες«… «Δεν είναι σωστό καλέ μαμά να την κοροϊδεύει!«. «Μα αφού το θέλει, πάει γυρεύοντας«. «Είναι τόσο ερωτευμένη με τον Νώντα που δεν ακούει, ούτε βλέπει τίποτα«.

Ο Νώντας ήταν πάρα πολύ όμορφος, πλούσιος – δικηγόρος όπως εκείνη. Όμως ήταν έλεγαν γυναικάς. Είχε καρνέ με φιλενάδες. Όπως ο ίδιος εκμυστηρεύθηκε αργότερα σε συζήτηση για τα προσωπικά του – ποτέ δεν είχε πραγματικό σκοπό να παντρευτεί την «κόρη του Γυμνασιάρχη» αποκάλεσε τη Σώτη. «Ναι με κυνηγούσαν πολλές… μάλιστα κάποια είχε αποπειραθεί να μου ρίξει βιτριόλι στο πρόσωπο μέσ’ την πλατεία Κολωνακίου!» έλεγε φουσκώνοντας σαν διάνος από περηφάνεια.

Το βράδυ ερχόταν – μαζί του και ο Νώντας. Πήγαιναν για ποτό σε ένα κοντινό κοσμικό στέκι της περιοχής – το Silver House. Τότε στο ημίφως του τραπεζιού τους, κοντά στο αναμμένο κεράκι κρατιόντουσαν απ’ το χέρι, και εκείνη άλλο δεν είχε στο νου της παρά ν’ ακούσει γλυκά λόγια αγάπης και αφοσίωσης. Τα σκοτεινά αποτυπώματα του φλυτζανιού θα έβγαιναν για μια ακόμη φορά αληθινά. Τα λόγια όμως εκείνου ποτέ δεν βγήκαν αφού κάποια στιγμή, ήρθε και η ώρα του χωρισμού τους.

Πήγα σε μάγισσες σε χαρτορίχτρες
να δω που χάνεσαι όλες τις νύχτες
κι είδα μια γόησα ντάμα σπαθάτη
να’ναι στο πλάι σου σ’ένα κρεβάτι

Βάζεις φωτιά στο σπίτι μας και θα το κάνεις στάχτη…
Μα θα τις βάλω γρήγορα τις τρέλες σου σε τάξη…
Πήγα σε μάγισσες σε χαρτορίχτρες,να δω που χάνεσαι όλες τις νύχτες…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s