Έκοψες το γιασεμί είδες τη κίνηση της μέρας
δειλά-δειλά να αρχινά
Όλη τη νύχτα συντροφιά σου
θύμησες πόθοι ελπίδες —λαμπρό ιστό υφαίνανε
να ντύσουν τη ψυχή σου.
Κινείς ν’ αδράξεις ετούτη την υπόσχεση
για κάποια ευτυχία
Σε βρίσκει όμως ανήμπορο και πάλι το σκοτάδι
Ήδη όλα βουβάθηκαν, αναίτια παραμένουν.