Πίσω σ’ αφήσαν όλα τώρα ανθρώποι λέξεις και συστήματα —ατέλειωτες συζητήσεις
και μόνο τα τασάκια απόμειναν στο βλέμμα σου γεμάτα αποτσίγαρα να σου θυμίζουν
πόσο στο τέλος μόνος βρίσκεσαι, πόσο βαθειά η μοναξιά σου είναι.
Το στόμα σου πικρό, πικρός κι ο κτύπος της καρδιάς σου —τώρα που όλα φθάσαν στο τέλος τους και σώπασαν τα στόματα τουλάχιστον για σήμερα.
Με το μυαλό σου άδειο, το βλέμμα ζοφερό τα γύρω σου κοιτάζεις να θυμηθείς πασχίζοντας πως ήταν όλα τότε —που σα να ‘σουν κάποιος άλλος για τα Συστήματα και τις Ιδέες παθιαζόσουν.
Ανοίγεις το παράθυρο —σα να ‘χουν φύγει όλοι για μέρη μακρινά
και πουθενά μια ύπαρξη έστω και σκύλου ακόμη
μόνο το μακρινό του τρένου σφύριγμα που σπάει την ησυχία.
Οι λέξεις χάσαν πια τη σημασία τους —τις σκέπασε η νύχτα με τη τόση της νωχέλεια
Όλα απομείναν πια μετέωρα στο φως αυτό το λιγοστό
και το συναίσθημα “πως τίποτε το χρόνο που κυλά μπορεί να σταματήσει”
Αόρατη θηλειά που το λαιμό σου σφίγγει.