Μεσ’ το πολύχρωμο πλήθος του σταδίου
με τα καροτσάκια των μικροπωλητών
που πούλαγαν σπόρους, στραγάλια, hot-dogs
μες σε καπνούς και προσμονές,
εσύ έψαχνες.
Στο μποτιλιάρισμα και τον συνωστισμό της ασφάλτου
‘κείνη τη νύχτα απουσίας -όπως και τόσες νύχτες-
μπροστά στις φωτισμένες προθήκες καταστημάτων επίπλων εσύ έψαχνες
Λίγο πριν στον καθρέφτη μπροστά με μολύβια, αποτύπωνες
ένα πρόσωπο μέσα σου.
Μετά ήπιες και έφαγες
ζεστά χάμπουργκερς με πατατάκια -ουίκσυ για να ξεχάσεις-
Για να μην θέλεις
βυθίστηκες στη λησμονιά μιας άγονης γραμμής.
(Εκδόσεις Αϊβαλή, 1992)