Σε σύννεφα αργυρόφαια
πλανεύτρας νύχτας, πάλι ξανακοίταξες
μήπως διακρίνεις ‘κει ψηλά – στη δόξα του Απείρου
το άστρο της ύπαρξης σου
Ικέτης πάλι μιας αλήθειας, για όσα γύρω σου δεν άλλαξαν
μοιάζουν ασφυκτικοί δυνάστες.
Μόνος ξανά, πάλι μετρώντας άλλων
στιγμές φευγαλέες
-απρόσιτη να μοιάζει πάντα η ευτυχία-
καθώς φωνές ανθρώπων που επιστρέφουν
την ησυχία της κάμαρας σου διασπούν
τους ήχους των πραγμάτων.
Μέσα στης θλίψης τη βροχή
σε πάρκα κι έρημες πλατείες
Στο μυστικό των αγαλμάτων που στέκονται ακίνητα
κάτω από ‘να φως αδύναμο, ψυχρό κι ονειρικό
στο μύθο τυλιγμένα, ζήτησες πάλι – ανόητε
μια λύση, έστω
μια λύτρωση προσωρινή,
εις μάτην…